Thursday, December 06, 2007

Κάποτε.

Κατεβαίνω από το τραίνο και αμέσως επιβραβεύεται η απόφασή μου να μην ταξιδέψω με τους υπόλοιπους.Θα ερχόντουσαν με ναυλωμένο λεωφορείο,όλοι μαζί,οπότε θα είχαν την ευκαιρία να αρχίσουν να πίνουν αμέσως χωρίς να τους ενοχλεί κανείς. Ένα λεωφορείο γεμάτο μεθυσμένα νιάτα από τις τέσσερις άκρες του κόσμου καθ' οδόν για την Αθήνα του Βορρά.Γεμάτο φωνές,γέλια,φλερτ.Δεν ήταν όμως αυτό που ήθελα εγώ από το συγκεκριμένο ταξίδι.

Βγαίνω από τον σταθμό του Waverley και σταματάω.Κοιτάω γύρω μου την ήδη φωτισμένη πόλη.Είναι χειμώνας,και τα φώτα στους δρόμους ανάβουν από νωρίς το απόγευμα.Κάνει κρύο αλλά όχι υπερβολικό,μου επιτρέπει να πάρω μια βαθιά ανάσα και να γεμίσω με την μυρωδιά του αέρα.Βρεγμένο ξύλο,κάρυ,καπνός από κάποιον περαστικό που καπνίζει.Χαμογελάω.Χαμόγελο αναγνώρισης.Το ξέρω το Εδιμβούργο,το ξέρω καλά.

Κοιτάω το ρολόι μου.Οι άλλοι θα έχουν ήδη φτάσει στο ξενοδοχείο,πρέπει να τους προλάβω.Σηκώνω το χέρι μου και σταματάω ένα ταξί."Marriott Dalmahoy Hotel"λέω στον φιλικότατο Σκωτσέζο ταξιτζή.Βγαίνουμε από την πόλη μα η διαδρομή είναι σύντομη.Πλησιάζοντας τον προορισμό μου δεν μπορώ παρά να εντυπωσιαστώ από το ξενοδοχείο : πρώην έπαυλη αριστοκράτη,με πάνω από χίλια εκτάρια γης να το περιτριγυρίζουν.

Βγαίνω απ' το ταξί και κοντοστέκομαι.Κοιτάω γύρω μου και μυρίζω ξανά τον αέρα.Έχει άλλη μυρωδιά εδώ.Υγρή γη,χορτάρι,τρεχούμενο νερό.Ανοίγω το παλτό μου και αφήνω τον αέρα να μου παγώσει το πρόσωπο,το σώμα.

Μπαίνω στο lobby.Κοιτάω γύρω μου μα δεν βλέπω κανένα γνωστό πρόσωπο.Ετοιμάζομαι να πάω στην ρεσεψιον να ρωτήσω όταν ακούω δυνατές φωνές και γέλια.Τις ακολουθώ και ναι,βρίσκω τους υπόλοιπους.Κάποιοι με βλέπουν αμέσως και αρχίζουν να με φωνάζουν και να μου κάνουν χειρονομίες να πλησιάσω.Βάζω τα γέλια,το κέφι τους είναι μεταδοτικό.Πλησιάζω και γίνομαι ένα μαζί τους,ομάδα.

Οι ώρες μέχρι το βράδυ κυλάνε σαν αστραπή.Τακτοποιούμαστε στα δωμάτια,τρώμε,βγαίνουμε στην πόλη για ποτά.Εκεί σπάμε για πρώτη φορά,γινόμαστε μικρότερες ομάδες και παίρνουμε διαφορετικές κατευθύνσεις.Η δική μου ομάδα επιδίδεται σε ένα ανελέητο pub crawl.Παίρνουμε με την σειρά όλες τις pubs που πετυχαίνουμε στον δρόμο μας.Μπαίνουμε,πίνουμε δυο-τρια ποτά και πάμε στην επόμενη.Και στην επόμενη.Και στην επόμενη.Μετά από μερικές ώρες δεν θυμόμαστε πια σε ποιές έχουμε ήδη μπει και σε ποιές όχι και κάνουμε κύκλους.Αλλά δεν έχει και πολύ σημασία ,περνάμε καλά και μόνο αυτό μετράει.

Έχω χάσει κάθε άισθηση του χρόνου και δεν με ενδιαφέρει.Δεν είμαι μεθυσμένη αλλά ζαλισμένη.Νιώθω ευφορία και μ' αρέσει.Γελάω πολύ,πειράζω κόσμο πολύ,μιλάω πολύ,όλα πολύ.

Χωρίς να καταλάβω ακριβώς το πώς και το γιατί,η ομάδα μου σπάει και αυτή.Η πλειοψηφία θέλει να γυρίσει στο ξενοδοχείο και σταματάμε ταξί.Κάποιος με τραβάει και μπαίνω κι εγώ μέσα σε ένα. Κοιτάω δίπλα μου και βλέπω ένα οικείο πρόσωπο να μου χαμογελάει. Αφήνομαι,δεν υπάρχει λόγος ν' ανησυχήσω.

Φτάνουμε στο ξενοδοχείο.Κάποιοι τρέχουν αμέσως στα δωμάτιά τους,τα στομάχια τους δεν αντέχουν άλλο.Οι υπόλοιποι τους δουλεύουμε ενώ αυτοί τρέχουν και τους λέμε να έρθουν να μας βρουν μετά,θα είμαστε στο μπαρ του ξενοδοχείου. Μας απαντάνε με μουγκρητά.

Γελώντας πάμε προς το μπαρ.Το παράλογο του να αφήσουμε την πόλη για να έρθουμε να κάτσουμε σε ένα μπαρ ξενοδοχείου δεν μας περνάει καν απ' το μυαλό.Βρίσκουμε την πόρτα κλειστή.Κάποιος βλαστημάει,κάποιος άλλος αναρωτιέται δυνατά τί ώρα να είναι ώστε να έχει κλείσει το μπαρ.Δεν απαντάει κανείς.Ούτ' εμένα μ' ενδιαφέρει,αλλά τώρα έχουμε πρόβλημα : τί θα κάνουμε; Μερικοί αποφασίζουν να πάνε για ύπνο.Πλέον έχουμε μέινει μόνο πέντε.Κοιταζόμαστε μεταξύ μας.Να πάμε όλοι σε ένα απ' τα δωμάτια και να κάτσουμε εκεί; Και να κάνουμε τί; Η Κ. μας κοιτάει πονηρά και μας λέει ότι έχει ένα μπουκάλι βότκα στο δωμάτιό της,και μπορούμε να το πιούμε μεταξύ μας τώρα που είμαστε λίγοι.Την γιουχάρουμε που δεν το είπε νωρίτερα και ξαναβρίσκουμε το κέφι μας. Αυτή πετάει την ιδέα : γιατί να μην πάρουμε το μπουκάλι και να πάμε να κάτσουμε έξω; Την κοιτάμε καλά καλά.Έξω; Στην Σκωτία τον χειμώνα; Είναι τρελλή; Θα παγώσουμε. Επιμένει λέγοντας ότι δεν κάνει και τόσο κρύο,ότι μπορούμε να πάρουμε τις κουβέρτες απ' τα δωμάτια,και άλλωστε θά' χουμε και την βότκα.Αρχίζει να μου αρέσει η ιδέα και το λέω.Με τα πολλά πείθουμε και τους άλλους,παίρνουμε όσες κουβέρτες μπορούμε, την βότκα, και βγαίνουμε έξω.

Κάνει κρύο.Ευτυχώς δεν φυσάει.Βρίσκουμε το γήπεδο του γκολφ,έρημο.Είναι πολύ εκτεθειμένο και δεν μας αρέσει.Αρχίζουμε να το διασχίζουμε και μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά βρίσκουμε ένα σημείο με μερικά δέντρα και ένα κοίλωμα στο έδαφος,ιδανικό για να κάτσουμε.Στρώνουμε τις κουβέρτες ώστε να ακουμπάμε τις πλάτες μας στο κοίλωμα και να έχουμε μπροστά μας το γήπεδο που χάνεται στον ορίζοντα.

Μιλάμε και κουτσοπίνουμε από το μπουκάλι,αλλά η διάθεση της ομάδας έχει πλέον αλλάξει.Μιλάμε πιο προσωπικά,πιο ανθρώπινα.Γνωριζόμαστε,ανοιγόμαστε λίγο,νιώθουμε ανάγκη για οικειότητα.Με χαλάει που δεν έχουμε και μουσική,θα ήταν σα να είμαι στην πατρίδα.Σχεδόν.

Ξαπλώνω και αμέσως ζαλίζομαι πολύ.Τα πάντα γυρνάνε.Στυλώνω τα μάτια μου στον ουρανό αλλά δεν έχει αστέρια,μόνο την συννεφιά της Σκωτίας.Κλείνω τα μάτια μου και η ζαλάδα γίνεται χειρότερη.Τα ξανανοίγω.Θα περάσει,το ξέρω,αλλά δεν πίνω άλλο."Είσαι καλά;" ακούω κάποιον δίπλα μου να με ρωτάει. Ο Σ. "Καλά είμαι,απλά ζαλίζομαι,αυτό ήταν,δεν πίνω άλλο!". Χαμόγελο.

Και τότε κάποιος πάτησε το fast forward.

Ο Σ. πλησιάζει και αρχίζει να μου χαιδεύει τα μαλλιά.Μέχρι να καταλάβω τί συμβαίνει και σε ποιόν, μου φιλάει το μέτωπο,την μύτη,τα μάγουλα,τις άκρες των αυτιών μου,τις άκρες των χειλιών μου,τα χείλη μου,εμένα.

Το στόμα του ανοίγει πάνω στο δικό μου και απαιτεί.Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου με πιάνω να σκέφτομαι ότι ο άντρας αυτός δεν μ' αρέσει,πώς τολμάει,δεν έδωσα κανένα δικαίωμα,ποτέ,τι τον κάνει να πιστεύει ότι μπορεί τώρα να...

Το στόμα μου ανοίγει μόνο του. Κάποιος μέσα μου ανταποκρίνεται αλλά δεν ξέρω ποιός είναι.Τρομάζω.Τραβιέμαι.Αλλά δεν αποστρέφω το πρόσωπό μου. Καρφώνω το βλέμμα μου στα μάτια του Σ. Ξαφνικά νιώθω αγέρωχη,ανυπάκουη,τον κοιτάω με αψηφισιά.Το συνειδητοποιώ αλλά δεν ξέρω γιατί. Δεν μ' ενδιαφέρει να το ψάξω τώρα όμως.

Το χέρι του σηκώνεται και μου χαιδεύει το μάγουλο.

"Είμαι εδώ.Kαι είμαι πραγματικός."

Νιώθω σα να με χτύπησε κάτι. Άκουσα καλά; Δεν μπορεί.... Δεν μπορεί να είπε αυτό που νομίζω,δεν μπορεί.... Ψάχνω το μυαλό μου για μια ανάμνηση,μια κουβέντα,κάτι που να μου δείξει ότι του έχω πει γι' αυτή την πρόταση και τώρα την χρησιμοποιεί εναντίον μου,ψάχνω κάτι να βρω να θυμώσω ώστε να φύγω,να φύγω,να τον βρίσω και να φύγω μακρυά.

Δεν υπάρχει τίποτα.Μόνο το χέρι του στο μάγουλό μου και αυτή η πρόταση.

Με φιλάει ξανά.Ανταποκρίνομαι,αλλά έχω τα μάτια μου ανοιχτά.Επίτηδες. Σε μια φευγαλέα στιγμή που ανοίγει τα δικά του,πιάνω το βλέμμα του.Δεν έχει λαγνεία,δεν έχει καν πόθο,έχει μόνο τρυφερότητα.

Αφοπλίζομαι.Δεν έχω τίποτα,τίποτα να πατήσω πάνω του,να βρω μια δικαιολογία και να φύγω.

Ξαπλώνει δίπλα μου.Χαμογελάει για μερικά δευτερόλεπτα και μετά το βλέμμα του αλλάζει, γίνεται κτητικό.Με τραβάει πάνω του και αρχίζει να φιλάει τον λαιμό μου,το στέρνο μου,ενώ το δεξί του πόδι ανοίγει λίγο τα δικά μου και το ένα χέρι του ψάχνει την πλάτη μου. Ανατριχιάζω. Τον σφίγγω πάνω μου.


Μια στριγκή φωνή μέσα μου ουρλιάζει "ΔΕΝ Μ' ΑΡΕΣΕΙ,ΔΕΝ Μ'ΑΡΕΣΕΙ!".



"Κλείσε τα μάτια σου και ΝΙΩΣ' ΤΟΝ!" διατάζει η δική μου φωνή.







Και τότε κάποιος πάτησε το play.

4 comments (+add yours?)

Moutsakos said...

Χασάπη γράμματα!

Φαίη said...

Υπομονή ρει :)

Lucia said...

τι έγινε ρε παιδιά? Φαιάκι μου είσαι καλά?

Φαίη said...

Ψυχραιμία,αν δεν ήμουνα καλά θα το είχες μάθει αμέσως,τα κακά νέα ταξιδεύουν πολύ γρήγορα ως γνωστόν ;)